Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Άλπεις

Έγινε μια μικρή παύση στο blog εξαιτίας του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που παρακολουθούσα όχι τόσο φανατικά όσο τις προηγούμενες χρονιές είναι η αλήθεια. Έσπασα και την παράδοση του να γράφω κριτικές για τις ταινίες επειδή επέλεξα τον πιο σύντομο και λακωνικό δρόμο του twitter. Την Κυριακή μας τελείωσε και αυτό και επειδή δεν παρακολούθησα για διάφορους λόγους όσες ταινίες είχα προγραμματίσει αποφάσισα να συνεχίσω τη Δευτέρα με την καινούρια ταινία του Λάνθιμου, τις Άλπεις. Μετά την επιτυχία του Κυνόδοντα το όνομά του σίγουρα είναι γνωστό σχεδόν σε όλους σας. Δεν είναι κακό, αντιθέτως επιβάλλεται κιόλας, να υπενθυμίσουμε πως είναι ο άνθρωπος που επανέφερε τον Ελληνικό κινηματογράφο στο προσκήνιο και τον ξανάκανε γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο πρώτα με το βραβείο σε τμήμα του Φεστιβάλ Καννών και στη συνέχεια με την υποψηφιότητα για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Το έχασε τελικά το Όσκαρ και για να λέμε του στραβού το δίκιο θα ήταν αδικία αν το κατακτούσε όταν είχε αντιπάλους το Incendies και το αριστούργημα της Μπίερ.

Η νέα του ταινία, οι Άλπεις, βγήκε στην αγορά έχοντας ένα σαφέστατο μειονέκτημα. Το στοιχείο της έκπληξης ή διαφορετικά την αναμονή για κάτι καινούριο και ξεχωριστό. Όπως και να το δει κανείς πριν προβληθεί ο Κυνόδοντας λίγοι άνθρωποι είχαν δει την Κινέττα και Ο καλύτερος μου φίλος όπου συμμετείχε στην σκηνοθεσία δεν είναι και το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του καλού και ιδιαίτερου κινηματογράφου. Κάπως έτσι ο Κυνόδοντας έσκασε σαν δυναμίτης στο θολό κινηματογραφικό τοπίο προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις. Το κοινό δεν πάει απλά υποψιασμένο στις Άλπεις λόγω Κυνόδοντα αλλά και λόγω Attenberg της ταινίας της φίλης, συνεργάτιδας του Λάνθιμου και παραγωγού του Κυνόδοντα Ραχήλ Τσαγγάρη. Η συνεργασία των δύο είχε σαν αποτέλεσμα οι ταινίες να μοιάζουν τόσο πολύ στον αισθητικό τομέα καθώς και στον τρόπο υποκριτικής των ηθοποιών. Ίσως κάποιος να είχε σκεφτεί πως σιγά σιγά οι δυο τους θα καταθέσουν ένα νέο δείγμα αντιπροσωπευτικό του Ελληνικού Κινηματογράφου που θα έβρισκε μιμητές στο μέλλον. Από νέους σκηνοθέτες ευτυχώς δεν υπήρξαν τέτοια κρούσματα και ευτυχώς δηλαδή γιατί ο εκάστοτε δημιουργούς οφείλει πρώτα να είναι ειλικρινής και να μην καταθέτει άλλων απόψεις.

Φτάνουμε λοιπόν στις Άλπεις που από τους ασυνήθιστους τίτλους αρχής γίνεται άμεσα αντιληπτό πως θα είναι ιδιαίτερη ταινία. Με το πρώτο πλάνο όμως αρχίζεις να αμφιβάλεις για την πρωτοτυπία της. Η ίδια παγωμένη και αποστασιοποιημένη ματιά της κάμερας, οι ίδιες στα όρια του επιτηδευμένου ερμηνείες που προδίδονται από το σενάριο εμφανίζονται με την πρώτη ματιά. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ονόματα παρά κωδικά ψευδώνυμα. Σαν τον πατέρα, το γιο, τη μικρή κόρη στον Κυνόδοντα. Ο αρχηγός της παρέας, ο Montblanc αναθέτει στα υπόλοιπα μέλη μια αποστολή που ξεφεύγει από την κοινή λογική. Αν κάποιος χάσει ένα αγαπημένο του πρόσωπο τα μέλη της ομάδας οφείλουν να το αντικαταστήσουν για να μετριαστεί ο πόνος και η θλίψη. Το μη ρεαλιστικό κομμάτι του σεναρίου δεν με ενοχλεί καθόλου. Εξηγούμαι. Αν ήμουν πατέρας που η κόρη του είχε σκοτωθεί και ξαφνικά εμφανιζόταν μπροστά μου μια νοσοκόμα που ήθελε να την αντικαταστήσει θα την έπαιρνα με τις κλωτσιές. Έτσι και αλλιώς όμως η ρεαλιστικότητα δεν ήταν εμφανής ούτε στον Κυνόδοντα. Σεναριακά πάντα όχι σκηνοθετικά. Τον Λάνθιμο δεν τον ενδιέφεραν καθόλου οι επιλογές των χαρακτήρων ούτε και λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτές. Παρουσιάζει απλώς ακραίες καταστάσεις ικανές να γεννήσουν ικανό αριθμό σκέψεων που οδηγούν σε πολύωρες συζητήσεις.

Με το στοιχείο της έκπληξης να λείπει η ταινία δεν προκαλεί την ίδια αναστάτωση, το ίδιο σοκ. Οι άβολες στιγμές που περνάνε οι ήρωες στην οθόνη και η έντονη αμηχανία τους περνάνε αυτούσιες στο θεατή που στην καλύτερη περίπτωση βαριαναστενάζει και στην χειρότερη ξεραίνεται στα γέλια. Δεν ξέρω αλήθεια τι καινούριο θα νιώσω παρακολουθώντας για ακόμα μια φορά άβολες σκηνές sex μεταξύ των ηρώων. Η δικαιολογία ''θέλουμε να δείξουμε πόσο ρηχή είναι η πράξη χωρίς να υπάρχει συναίσθημα'' έχει ειπωθεί στο παρελθόν. Σαν εκείνη την εναρκτήρια σεκάνς στο Attenberg με το φιλί. Όταν κάτι δεν έχει συναίσθημα δεν είναι αναγκαστικά ατσούμπαλο, νευρικό και άχαρο. Δίνοντας του αυτά τα στοιχεία το ωθείς στο γελοίο. Σεναριακά μια από τα ίδια. Η ομάδα υπακούει τυφλά στον αρχηγό δρώντας κάτω από το φόβο του,η μία κοπέλα τον αμφισβητεί και δέχεται την παραδειγματική τιμωρία του. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Είτε γράφεις για τον Κυνόδοντα είτε για τις Άλπεις τα κείμενα σου θα είναι απελπιστικά ίδια. Όχι δεν είναι κακό για έναν σκηνοθέτη να έχει τον προσωπικό του τρόπο δημιουργίας. Στο Φεστιβάλ π.χ είδα την νέα ταινία των αδερφών Νταρντέν με τίτλο το Παιδί με το Ποδήλατο. Δεν παρουσίασε κάτι καινούριο, δεν είχε τις απαιτούμενες καινοτομίες και όμως με καθήλωσε. Το κακό βέβαια είναι πως λειτουργώντας με τέτοιο τρόπο δεν είσαι ανοιχτός σε καινούριους θεατές, σε νέες προκλήσεις και μένεις στους ίδιους θαυμαστές σου. Αν στον Κυνόδοντα έμεινα με ανοιχτό το στόμα από ξαφνιασμό στις Άλπεις έμεινα από βαρεμάρα. Ίσως βέβαια να μην είμαι ακόμα έτοιμος για το pop, δεν αντιλέγω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου